προλογίζω
•
- μιλώ προεισαγωγικά για κάτι Βικιλεξικό
- την ταινία θα προλογίσει γνωστός κριτικός
- γράφω πρόλογο Βικιλεξικό
- του ζήτησα να προλογίσει το βιβλίο μου
Ετυμολογία
προλογίζω < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική πρόλογος < πρό + λέγω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προλογίζω | προλογίζεις | προλογίζει | προλογίζουμε | προλογίζετε | προλογίζουν / προλογίζουνε |
| Παρατατικός | προλόγιζα | προλόγιζες | προλόγιζε | προλογίζαμε | προλογίζατε | προλογίζαν / προλογίζανε / προλόγιζαν |
| Αόριστος | προλόγισα | προλόγισες | προλόγισε | προλογίσαμε | προλογίσατε | προλογίσαν / προλογίσανε / προλόγισαν |
| Μέλλοντας | θα προλογίζω / θα προλογίσω | θα προλογίζεις / θα προλογίσεις | θα προλογίζει / θα προλογίσει | θα προλογίζουμε / θα προλογίσουμε | θα προλογίζετε / θα προλογίσετε | θα προλογίζουν / θα προλογίζουνε / θα προλογίσουν / θα προλογίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω προλογίσει | έχεις προλογίσει | έχει προλογίσει | έχουμε προλογίσει | έχετε προλογίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προλογίσει | είχες προλογίσει | είχε προλογίσει | είχαμε προλογίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προλογίσει / να προλογίζω / να προλογίσω | να έχεις προλογίσει / να προλογίζεις / να προλογίσεις | να έχει προλογίσει / να προλογίζει / να προλογίσει | να έχουμε προλογίσει / να προλογίζουμε / να προλογίσουμε | να έχετε προλογίσει / να προλογίζετε / να προλογίσετε | να προλογίζουν / να προλογίζουνε / να προλογίσουν / να προλογίσουνε |
| Προστακτική | — | προλόγιζε / προλόγισε | — | — | προλογίζετε / προλογίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →