πρόλογος
•
- το πρώτο εισαγωγικό τμήμα ενός κειμένου Βικιλεξικό
- θέατροο εισαγωγικός μονόλογος αρχαίας τραγωδίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρόλογος < αρχαία ελληνική πρόλογος < προλέγω. Συγχρονικά αναλύεγαι σο πρό- + -λογος (λέγω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρόλογος | πρόλογοι |
| Γενική | προλόγου / πρόλογου | προλόγων |
| Αιτιατική | πρόλογο | προλόγους |
| Κλητική | πρόλογε | πρόλογοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →