προλογικός
•
- που έχει σχέση με τον πρόλογο ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προλογικός < πρόλογος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προλογικός | προλογική | προλογικό |
| Γενική | προλογικού | προλογικής | προλογικού |
| Αιτιατική | προλογικό | προλογική | προλογικό |
| Κλητική | προλογικέ | προλογική | προλογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προλογικοί | προλογικές | προλογικά |
| Γενική | προλογικών | προλογικών | προλογικών |
| Αιτιατική | προλογικούς | προλογικές | προλογικά |
| Κλητική | προλογικοί | προλογικές | προλογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →