Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προλογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον πρόλογο ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προλογικός < πρόλογος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρολογικόςπρολογικήπρολογικό
Γενικήπρολογικούπρολογικήςπρολογικού
Αιτιατικήπρολογικόπρολογικήπρολογικό
Κλητικήπρολογικέπρολογικήπρολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρολογικοίπρολογικέςπρολογικά
Γενικήπρολογικώνπρολογικώνπρολογικών
Αιτιατικήπρολογικούςπρολογικέςπρολογικά
Κλητικήπρολογικοίπρολογικέςπρολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →