προμηθευτικός
•
- που έχει σχέση με προμήθειες, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτές Βικιλεξικό
- που έχει σχέση με προμηθευτή ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προμηθευτικός < προμηθευτής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προμηθευτικός | προμηθευτική | προμηθευτικό |
| Γενική | προμηθευτικού | προμηθευτικής | προμηθευτικού |
| Αιτιατική | προμηθευτικό | προμηθευτική | προμηθευτικό |
| Κλητική | προμηθευτικέ | προμηθευτική | προμηθευτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προμηθευτικοί | προμηθευτικές | προμηθευτικά |
| Γενική | προμηθευτικών | προμηθευτικών | προμηθευτικών |
| Αιτιατική | προμηθευτικούς | προμηθευτικές | προμηθευτικά |
| Κλητική | προμηθευτικοί | προμηθευτικές | προμηθευτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →