Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προμηθευτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με προμήθειες, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτές Βικιλεξικό
  2. που έχει σχέση με προμηθευτή ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προμηθευτικός < προμηθευτής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρομηθευτικόςπρομηθευτικήπρομηθευτικό
Γενικήπρομηθευτικούπρομηθευτικήςπρομηθευτικού
Αιτιατικήπρομηθευτικόπρομηθευτικήπρομηθευτικό
Κλητικήπρομηθευτικέπρομηθευτικήπρομηθευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρομηθευτικοίπρομηθευτικέςπρομηθευτικά
Γενικήπρομηθευτικώνπρομηθευτικώνπρομηθευτικών
Αιτιατικήπρομηθευτικούςπρομηθευτικέςπρομηθευτικά
Κλητικήπρομηθευτικοίπρομηθευτικέςπρομηθευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →