προμηθεύω
•
- δίνω σε κάποιον κάτι που του είναι απαραίτητο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προμηθεύω < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική προμηθής (προνοητικός) < πρό + μῆτις < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *meh₁- (μετρώ) (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική pourvoir)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προμηθεύω | προμηθεύεις | προμηθεύει | προμηθεύουμε | προμηθεύετε | προμηθεύουν / προμηθεύουνε |
| Παρατατικός | προμήθευα | προμήθευες | προμήθευε | προμηθεύαμε | προμηθεύατε | προμήθευαν / προμηθεύαν / προμηθεύανε |
| Αόριστος | προμήθευσα | προμήθευσες | προμήθευσε | προμηθεύσαμε | προμηθεύσατε | προμήθευσαν / προμηθεύσαν / προμηθεύσανε |
| Μέλλοντας | θα προμηθεύσω / θα προμηθεύω | θα προμηθεύεις / θα προμηθεύσεις | θα προμηθεύει / θα προμηθεύσει | θα προμηθεύουμε / θα προμηθεύσουμε | θα προμηθεύετε / θα προμηθεύσετε | θα προμηθεύουν / θα προμηθεύουνε / θα προμηθεύσουν / θα προμηθεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω προμηθεύσει | έχεις προμηθεύσει | έχει προμηθεύσει | έχουμε προμηθεύσει | έχετε προμηθεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προμηθεύσει | είχες προμηθεύσει | είχε προμηθεύσει | είχαμε προμηθεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προμηθεύσει / να προμηθεύσω / να προμηθεύω | να έχεις προμηθεύσει / να προμηθεύεις / να προμηθεύσεις | να έχει προμηθεύσει / να προμηθεύει / να προμηθεύσει | να έχουμε προμηθεύσει / να προμηθεύουμε / να προμηθεύσουμε | να έχετε προμηθεύσει / να προμηθεύετε / να προμηθεύσετε | να προμηθεύουν / να προμηθεύουνε / να προμηθεύσουν / να προμηθεύσουνε |
| Προστακτική | — | προμήθευε / προμήθευσε | — | — | προμηθεύετε / προμηθεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →