προνομιακός
•
- Αυτός που αποδίδει προνόμια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προνομιακός < από το ουσ. προνόμιο
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προνομιακός | προνομιακή | προνομιακό |
| Γενική | προνομιακού | προνομιακής | προνομιακού |
| Αιτιατική | προνομιακό | προνομιακή | προνομιακό |
| Κλητική | προνομιακέ | προνομιακή | προνομιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προνομιακοί | προνομιακές | προνομιακά |
| Γενική | προνομιακών | προνομιακών | προνομιακών |
| Αιτιατική | προνομιακούς | προνομιακές | προνομιακά |
| Κλητική | προνομιακοί | προνομιακές | προνομιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →