προξενεύω
•
- γίνομαι προξενητής ή προξενήτρα κάνοντας προξενιό Βικιλεξικό
- προφορικόμεσολαβώ για το κλείσιμο συμφωνίας (επιχειρηματικής, εμπορικής ή άλλης) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προξενεύω < αρχαία ελληνική πρόξενος + -εύω ή αρχαία ελληνική προξενεύω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →