προξενικός
•
- που έχει σχέση με τον πρόξενο ή το προξενείο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προξενικός < ελληνιστική κοινή προξενικός < αρχαία ελληνική πρόξενος < πρό + ξένος ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική consulaire)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προξενικός | προξενική | προξενικό |
| Γενική | προξενικού | προξενικής | προξενικού |
| Αιτιατική | προξενικό | προξενική | προξενικό |
| Κλητική | προξενικέ | προξενική | προξενικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προξενικοί | προξενικές | προξενικά |
| Γενική | προξενικών | προξενικών | προξενικών |
| Αιτιατική | προξενικούς | προξενικές | προξενικά |
| Κλητική | προξενικοί | προξενικές | προξενικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →