προοδευτισμός
•
- πολιτικήπολιτική ιδεολογική τάση που υποστηρίζει νέα μορφώματα στην πολιτική και κοινωνική οργάνωση, σε αντιδιαστολή με το συντηρητισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προοδευτισμός < προοδευτικός + -ισμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προοδευτισμός | προοδευτισμοί |
| Γενική | προοδευτισμού | προοδευτισμών |
| Αιτιατική | προοδευτισμό | προοδευτισμούς |
| Κλητική | προοδευτισμέ | προοδευτισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →