συντηρητισμός
•
- πολιτικήαπόψεις ή ενέργειες ενός συντηρητικού ατόμου ή συνόλου κυρίως στον πολιτικό ή κοινωνικό τομέα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συντηρητισμός < συντηρητ(ικός) + -ισμός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική conservatisme
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συντηρητισμός | συντηρητισμοί |
| Γενική | συντηρητισμού | συντηρητισμών |
| Αιτιατική | συντηρητισμό | συντηρητισμούς |
| Κλητική | συντηρητισμέ | συντηρητισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →