προορίζω
•
- προσδιορίζω από πριν την κατεύθυνση ή την κατάληξη που θα έχει κάποιος ή κάποιο ζήτημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προορίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή προορίζω < προ- + αρχαία ελληνική ὁρίζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προορίζω | προορίζεις | προορίζει | προορίζουμε | προορίζετε | προορίζουν / προορίζουνε |
| Παρατατικός | προόριζα | προόριζες | προόριζε | προορίζαμε | προορίζατε | προορίζαν / προορίζανε / προόριζαν |
| Αόριστος | προόρισα | προόρισες | προόρισε | προορίσαμε | προορίσατε | προορίσαν / προορίσανε / προόρισαν |
| Μέλλοντας | θα προορίζω / θα προορίσω | θα προορίζεις / θα προορίσεις | θα προορίζει / θα προορίσει | θα προορίζουμε / θα προορίσουμε | θα προορίζετε / θα προορίσετε | θα προορίζουν / θα προορίζουνε / θα προορίσουν / θα προορίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω προορίσει | έχεις προορίσει | έχει προορίσει | έχουμε προορίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προορίσει | είχες προορίσει | είχε προορίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προορίσει / να προορίζω / να προορίσω | να έχεις προορίσει / να προορίζεις / να προορίσεις | να έχει προορίσει / να προορίζει / να προορίσει | να έχουμε προορίσει / να προορίζουμε / να προορίσουμε | να προορίζετε / να προορίσετε | να προορίζουν / να προορίζουνε / να προορίσουν / να προορίσουνε |
| Προστακτική | — | προόριζε / προόρισε | — | — | προορίζετε / προορίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
προορίστηκαπροορίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →