Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προπαιδεία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοτο παιδευτικό υπόβαθρο που σε βοηθά να δεχθείς επιπλέον μόρφωση ή παιδεία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προπαιδεία < αρχαία ελληνική προπαιδεία < πρό + παιδεία < παῖς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπροπαιδείαπροπαιδείες
Γενικήπροπαιδείαςπροπαιδειών
Αιτιατικήπροπαιδείαπροπαιδείες
Κλητικήπροπαιδείαπροπαιδείες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

προπαίδεια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πίνακας που περιέχει τα γινόμενα όλων των μονοψήφιων αριθμών (και του δέκα) Βικιλεξικό
    • Έχουν να μάθουν και κάτι σπουδαιότερο από την αλφαβήτα και την προπαίδεια στα παιδιά μας οι δάσκαλοι: να βλέπουν τον κόσμο με τα δυο τους μάτια, όχι μονάχα με το ένα, της προκατάληψης. Τα μαθήματα αυτά αφορούν κι εμάς τους μεγάλους, κι ας έχουμε τυπικά ξεσκολίσει. (www.kathimerini.gr, 15.11.2008)

Ετυμολογία

προπαίδεια < αρχαία ελληνική προπαιδεία < προπαιδεύω < πρό + παῖς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπροπαίδειαπροπαίδειες
Γενικήπροπαίδειαςπροπαιδειών
Αιτιατικήπροπαίδειαπροπαίδειες
Κλητικήπροπαίδειαπροπαίδειες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →