προπαίδευση
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προπαιδεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προπαίδευση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή προπαίδευ(σις) + -ση. Μορφολογικά, προ- + παίδευση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προπαίδευση | προπαιδεύσεις |
| Γενική | προπαίδευσης | προπαιδεύσεων |
| Αιτιατική | προπαίδευση | προπαιδεύσεις |
| Κλητική | προπαίδευση | προπαιδεύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →