προπαγανδιστικός
•
- που έχει σχέση με προπαγάνδα / προπαγάνδιση ή αναφέρεται σ’ αυτές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προπαγανδιστικός < προπαγανδίζω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προπαγανδιστικός | προπαγανδιστική | προπαγανδιστικό |
| Γενική | προπαγανδιστικού | προπαγανδιστικής | προπαγανδιστικού |
| Αιτιατική | προπαγανδιστικό | προπαγανδιστική | προπαγανδιστικό |
| Κλητική | προπαγανδιστικέ | προπαγανδιστική | προπαγανδιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προπαγανδιστικοί | προπαγανδιστικές | προπαγανδιστικά |
| Γενική | προπαγανδιστικών | προπαγανδιστικών | προπαγανδιστικών |
| Αιτιατική | προπαγανδιστικούς | προπαγανδιστικές | προπαγανδιστικά |
| Κλητική | προπαγανδιστικοί | προπαγανδιστικές | προπαγανδιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →