προπαιδευτικός
•
- που έχει σχέση με την προπαίδευση ή την προπαιδεία ή αναφέρεται σ’ αυτές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προπαιδευτικός < προπαιδεύω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προπαιδευτικός | προπαιδευτική | προπαιδευτικό |
| Γενική | προπαιδευτικού | προπαιδευτικής | προπαιδευτικού |
| Αιτιατική | προπαιδευτικό | προπαιδευτική | προπαιδευτικό |
| Κλητική | προπαιδευτικέ | προπαιδευτική | προπαιδευτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προπαιδευτικοί | προπαιδευτικές | προπαιδευτικά |
| Γενική | προπαιδευτικών | προπαιδευτικών | προπαιδευτικών |
| Αιτιατική | προπαιδευτικούς | προπαιδευτικές | προπαιδευτικά |
| Κλητική | προπαιδευτικοί | προπαιδευτικές | προπαιδευτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →