Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προπαιδευτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την προπαίδευση ή την προπαιδεία ή αναφέρεται σ’ αυτές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προπαιδευτικός < προπαιδεύω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροπαιδευτικόςπροπαιδευτικήπροπαιδευτικό
Γενικήπροπαιδευτικούπροπαιδευτικήςπροπαιδευτικού
Αιτιατικήπροπαιδευτικόπροπαιδευτικήπροπαιδευτικό
Κλητικήπροπαιδευτικέπροπαιδευτικήπροπαιδευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροπαιδευτικοίπροπαιδευτικέςπροπαιδευτικά
Γενικήπροπαιδευτικώνπροπαιδευτικώνπροπαιδευτικών
Αιτιατικήπροπαιδευτικούςπροπαιδευτικέςπροπαιδευτικά
Κλητικήπροπαιδευτικοίπροπαιδευτικέςπροπαιδευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →