προπαιδεύω
•
- παρέχω προπαρασκευαστική εκπαίδευση, προκαταρκτική μόρφωση Βικιλεξικό
- ειδικότεραπροετοιμάζω για εξετάσεις για ανώτερες σπουδές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προπαιδεύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προπαιδεύω < προ- + παιδεύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προπαιδεύω | προπαιδεύεις | προπαιδεύει | προπαιδεύουμε | προπαιδεύετε | προπαιδεύουν / προπαιδεύουνε |
| Παρατατικός | προπαίδευα | προπαίδευες | προπαίδευε | προπαιδεύαμε | προπαιδεύατε | προπαίδευαν / προπαιδεύαν / προπαιδεύανε |
| Αόριστος | προπαίδευσα | προπαίδευσες | προπαίδευσε | προπαιδεύσαμε | προπαιδεύσατε | προπαίδευσαν / προπαιδεύσαν / προπαιδεύσανε |
| Μέλλοντας | θα προπαιδεύσω / θα προπαιδεύω | θα προπαιδεύεις / θα προπαιδεύσεις | θα προπαιδεύει / θα προπαιδεύσει | θα προπαιδεύουμε / θα προπαιδεύσουμε | θα προπαιδεύετε / θα προπαιδεύσετε | θα προπαιδεύουν / θα προπαιδεύουνε / θα προπαιδεύσουν / θα προπαιδεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω προπαιδεύσει | έχεις προπαιδεύσει | έχει προπαιδεύσει | έχουμε προπαιδεύσει | έχετε προπαιδεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προπαιδεύσει | είχες προπαιδεύσει | είχε προπαιδεύσει | είχαμε προπαιδεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προπαιδεύσει / να προπαιδεύσω / να προπαιδεύω | να έχεις προπαιδεύσει / να προπαιδεύεις / να προπαιδεύσεις | να έχει προπαιδεύσει / να προπαιδεύει / να προπαιδεύσει | να έχουμε προπαιδεύσει / να προπαιδεύουμε / να προπαιδεύσουμε | να έχετε προπαιδεύσει / να προπαιδεύετε / να προπαιδεύσετε | να προπαιδεύουν / να προπαιδεύουνε / να προπαιδεύσουν / να προπαιδεύσουνε |
| Προστακτική | — | προπαίδευε / προπαίδευσε | — | — | προπαιδεύετε / προπαιδεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →