προπλασμός
•
- αγιογραφίατο σκούρο χρώμα που απλώνεται πρώτο στην προς αγιογράφηση επιφάνεια Βικιλεξικό
- οι πολύ σκούροι προπλασμοί στα πρόσωπα, η χαλαρή πτυχολογία, η αραιή χρυσοκονδυλιά στο ρόδινο ιμάτιο του Χριστού και το άτεχνο στικτό φυτικό κόσμημα στους φωτοστεφάνους οδηγούν στη χρονολόγηση της εικόνας στα τέλη του 16ου ή τις αρχές του 17ου αι. (Αρχαιολογικον δελτιον, τόμος 46, μέρος 2, 1996, σελ. 537)
Ετυμολογία
προπλασμός < μεσαιωνική ελληνική προπλασμός < ελληνιστική κοινή προπλάσσω < αρχαία ελληνική πρό + πλάσσω / πλάττω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προπλασμός | προπλασμοί |
| Γενική | προπλασμού | προπλασμών |
| Αιτιατική | προπλασμό | προπλασμούς |
| Κλητική | προπλασμέ | προπλασμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →