Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προπονητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον προπονητή ή την προπόνηση ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προπονητικός < προπονώ + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροπονητικόςπροπονητικήπροπονητικό
Γενικήπροπονητικούπροπονητικήςπροπονητικού
Αιτιατικήπροπονητικόπροπονητικήπροπονητικό
Κλητικήπροπονητικέπροπονητικήπροπονητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροπονητικοίπροπονητικέςπροπονητικά
Γενικήπροπονητικώνπροπονητικώνπροπονητικών
Αιτιατικήπροπονητικούςπροπονητικέςπροπονητικά
Κλητικήπροπονητικοίπροπονητικέςπροπονητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →