προπονητικός
•
- που έχει σχέση με τον προπονητή ή την προπόνηση ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προπονητικός < προπονώ + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προπονητικός | προπονητική | προπονητικό |
| Γενική | προπονητικού | προπονητικής | προπονητικού |
| Αιτιατική | προπονητικό | προπονητική | προπονητικό |
| Κλητική | προπονητικέ | προπονητική | προπονητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προπονητικοί | προπονητικές | προπονητικά |
| Γενική | προπονητικών | προπονητικών | προπονητικών |
| Αιτιατική | προπονητικούς | προπονητικές | προπονητικά |
| Κλητική | προπονητικοί | προπονητικές | προπονητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →