Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
προπτυχιακός
/pɾo.pti.çi.aˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
εκπαίδευσηπου σχετίζεται με σπουδές πριν τη λήψη πτυχίου Βικιλεξικό
Δύο κύκλους σπουδών, από τους οποίους ο ένας θα είναι προπτυχιακός με τουλάχιστον τριετή διάρκεια και ο δεύτερος μεταπτυχιακός με διετή διάρκεια, και συνολική αναδιάρθρωση των σπουδών στα πανεπιστήμια κατά τις επιταγές της Διακήρυξης της Μπολόνιας προωθεί άμεσα η κυβέρνηση.
εκπαίδευσηο σχετικός με τις σπουδές αυτές Βικιλεξικό
προπτυχιακός φοιτητής
Ετυμολογία
προπτυχιακός < προ- + πτυχί(ο) + -ακός
Κλίση
Ενικός
Αρσενικό
Θηλυκό
Ουδέτερο
Ονομαστική
προπτυχιακός
προπτυχιακή / προπτυχιακη
προπτυχιακο / προπτυχιακό
Γενική
προπτυχιακού
προπτυχιακής
προπτυχιακού
Αιτιατική
προπτυχιακό
προπτυχιακή
προπτυχιακό
Κλητική
προπτυχιακέ
προπτυχιακή
προπτυχιακό
Πληθυντικός
Αρσενικό
Θηλυκό
Ουδέτερο
Ονομαστική
προπτυχιακοί
προπτυχιακές
προπτυχιακά
Γενική
προπτυχιακών
προπτυχιακών
προπτυχιακών
Αιτιατική
προπτυχιακούς
προπτυχιακές
προπτυχιακά
Κλητική
προπτυχιακοί
προπτυχιακές
προπτυχιακά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →