Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πτυχίο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το δίπλωμα, πιστοποιητικό σπουδών της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, το έγγραφο που δείχνει ότι κάποιος έχει τα τυπικά προσόντα να ασκήσει ένα επάγγελμα. Βικιλεξικό
    • Φανταστείτε λοιπόν, στη χρυσή εποχή του Τρίτου Προγράμματος επί Μάνου Χατζιδάκι, να έχανε ξαφνικά τη θέση του από τη διεύθυνση του Τρίτου, γιατί δεν έχει πτυχίο Πανεπιστημίου! (…) Στην εποχή μας ο καθένας μπορεί να πάρει πτυχίο Πανεπιστημίου ακόμα και σε μεγάλη ηλικία μέσω του Ανοιχτού Πανεπιστημίου ή και με άλλους τρόπους. (www.efsyn.gr, 24.11.2023)
    • Πήρα το πτυχίο στα τέσσερα χρόνια και μετά μου έρχεται η φλασιά. Λέω, εντάξει, δυο χιλιάρικα τα 'χεις για τα δίδακτρα. Έψαξα, βρήκα ένα μεταπτυχιακό που να μου ταιριάζει, που να μπορώ να το φέρω εις πέρας. (Σοφία Νικολαΐδου, Το χρυσό βραχιόλι, εκδ. Μεταίχμιο, 2020)

Ετυμολογία

πτυχίο < ελληνιστική κοινή πτυχίον < αρχαία ελληνική πτῠχη / πτύξ ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική diplôme )

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπτυχίοπτυχία
Γενικήπτυχίουπτυχίων
Αιτιατικήπτυχίοπτυχία
Κλητικήπτυχίοπτυχία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →