προπόνηση
•
- αθλητισμόςη προετοιμασία και προγύμναση ενός αθλητή ή μιας ομάδας, με τρόπο συστηματικό και μεθοδικό και με τη συνδρομή ειδικού προπονητή, για τη βελτίωση της φυσικής κατάστασης και της αγωνιστικότητας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προπόνηση < προπονώ + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προπόνηση | προπονήσεις |
| Γενική | προπόνησης | προπονήσεων |
| Αιτιατική | προπόνηση | προπονήσεις |
| Κλητική | προπόνηση | προπονήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →