προσαμμώνω
•
- διενεργώ προσάμμωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσαμμώνω < προσ- + άμμος + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προσαμμώνω | προσαμμώνεις | προσαμμώνει | προσαμμώνουμε | προσαμμώνετε | προσαμμώνουν / προσαμμώνουνε |
| Παρατατικός | προσάμμωνα | προσάμμωνες | προσάμμωνε | προσαμμώναμε | προσαμμώνατε | προσάμμωναν / προσαμμώναν / προσαμμώνανε |
| Αόριστος | προσάμμωσα | προσάμμωσες | προσάμμωσε | προσαμμώσαμε | προσαμμώσατε | προσάμμωσαν / προσαμμώσαν / προσαμμώσανε |
| Μέλλοντας | θα προσαμμώνω / θα προσαμμώσω | θα προσαμμώνεις / θα προσαμμώσεις | θα προσαμμώνει / θα προσαμμώσει | θα προσαμμώνουμε / θα προσαμμώσουμε | θα προσαμμώνετε / θα προσαμμώσετε | θα προσαμμώνουν / θα προσαμμώνουνε / θα προσαμμώσουν / θα προσαμμώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω προσαμμώσει | έχεις προσαμμώσει | έχει προσαμμώσει | έχουμε προσαμμώσει | έχετε προσαμμώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προσαμμώσει | είχες προσαμμώσει | είχε προσαμμώσει | είχαμε προσαμμώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προσαμμώσει / να προσαμμώνω / να προσαμμώσω | να έχεις προσαμμώσει / να προσαμμώνεις / να προσαμμώσεις | να έχει προσαμμώσει / να προσαμμώνει / να προσαμμώσει | να έχουμε προσαμμώσει / να προσαμμώνουμε / να προσαμμώσουμε | να έχετε προσαμμώσει / να προσαμμώνετε / να προσαμμώσετε | να προσαμμώνουν / να προσαμμώνουνε / να προσαμμώσουν / να προσαμμώσουνε |
| Προστακτική | — | προσάμμωνε / προσάμμωσε | — | — | προσαμμώνετε / προσαμμώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →