προσανατολισμός
•
- παρωχημένοη στροφή προς την ανατολή Βικιλεξικό
- γνώση ή εντοπισμός των σημείων του ορίζοντα στο χώρο που βρισκόμαστε Βικιλεξικό
- γνώση ή αναγνώριση του τι υπάρχει σε κάθε μία από τις κατευθύνσεις (κυριολεκτικά ή μεταφορικά) που μπορούμε να επιλέξουμε Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσανατολισμός < προσανατολίζω + -μός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική orientation)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προσανατολισμός | προσανατολισμοί |
| Γενική | προσανατολισμού | προσανατολισμών |
| Αιτιατική | προσανατολισμό | προσανατολισμούς |
| Κλητική | προσανατολισμέ | προσανατολισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →