προσανατολίζω
•
- εντοπίζω το σημείο της ανατολής στον ορίζοντα (και (κατ’ επέκταση) και τα άλλα σημεία του ορίζοντα), ώστε να βρω προς τα πού πρέπει να κινηθώ ή πού βρίσκομαι Βικιλεξικό
- μεταφορικάκατευθύνω προς συγκεκριμένη κατεύθυνση ή βρίσκομαι εκεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσανατολίζω < προσ- + ανατολή + -ίζω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική orienter)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προσανατολίζω | προσανατολίζεις | προσανατολίζει | προσανατολίζουμε | προσανατολίζετε | προσανατολίζουν / προσανατολίζουνε |
| Παρατατικός | προσανατόλιζα | προσανατόλιζες | προσανατόλιζε | προσανατολίζαμε | προσανατολίζατε | προσανατολίζαν / προσανατολίζανε / προσανατόλιζαν |
| Αόριστος | προσανατόλισα | προσανατόλισες | προσανατόλισε | προσανατολίσαμε | προσανατολίσατε | προσανατολίσαν / προσανατολίσανε / προσανατόλισαν |
| Μέλλοντας | θα προσανατολίζω / θα προσανατολίσω | θα προσανατολίζεις / θα προσανατολίσεις | θα προσανατολίζει / θα προσανατολίσει | θα προσανατολίζουμε / θα προσανατολίσουμε | θα προσανατολίζετε / θα προσανατολίσετε | θα προσανατολίζουν / θα προσανατολίζουνε / θα προσανατολίσουν / θα προσανατολίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω προσανατολίσει | έχεις προσανατολίσει | έχει προσανατολίσει | έχουμε προσανατολίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προσανατολίσει | είχες προσανατολίσει | είχε προσανατολίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προσανατολίσει / να προσανατολίζω / να προσανατολίσω | να έχεις προσανατολίσει / να προσανατολίζεις / να προσανατολίσεις | να έχει προσανατολίσει / να προσανατολίζει / να προσανατολίσει | να έχουμε προσανατολίσει / να προσανατολίζουμε / να προσανατολίσουμε | να προσανατολίζετε / να προσανατολίσετε | να προσανατολίζουν / να προσανατολίζουνε / να προσανατολίσουν / να προσανατολίσουνε |
| Προστακτική | — | προσανατόλιζε / προσανατόλισε | — | — | προσανατολίζετε / προσανατολίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
προσανατολίστηκαπροσανατολίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →