Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσανατολίζω

/pɾo.sa.na.toˈli.zo/ρήμα
•
  1. εντοπίζω το σημείο της ανατολής στον ορίζοντα (και (κατ’ επέκταση) και τα άλλα σημεία του ορίζοντα), ώστε να βρω προς τα πού πρέπει να κινηθώ ή πού βρίσκομαι Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάκατευθύνω προς συγκεκριμένη κατεύθυνση ή βρίσκομαι εκεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προσανατολίζω < προσ- + ανατολή + -ίζω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική orienter)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπροσανατολίζωπροσανατολίζειςπροσανατολίζειπροσανατολίζουμεπροσανατολίζετεπροσανατολίζουν / προσανατολίζουνε
Παρατατικόςπροσανατόλιζαπροσανατόλιζεςπροσανατόλιζεπροσανατολίζαμεπροσανατολίζατεπροσανατολίζαν / προσανατολίζανε / προσανατόλιζαν
Αόριστοςπροσανατόλισαπροσανατόλισεςπροσανατόλισεπροσανατολίσαμεπροσανατολίσατεπροσανατολίσαν / προσανατολίσανε / προσανατόλισαν
Μέλλονταςθα προσανατολίζω / θα προσανατολίσωθα προσανατολίζεις / θα προσανατολίσειςθα προσανατολίζει / θα προσανατολίσειθα προσανατολίζουμε / θα προσανατολίσουμεθα προσανατολίζετε / θα προσανατολίσετεθα προσανατολίζουν / θα προσανατολίζουνε / θα προσανατολίσουν / θα προσανατολίσουνε
Παρακείμενοςέχω προσανατολίσειέχεις προσανατολίσειέχει προσανατολίσειέχουμε προσανατολίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα προσανατολίσειείχες προσανατολίσειείχε προσανατολίσει———
Υποτακτικήνα έχω προσανατολίσει / να προσανατολίζω / να προσανατολίσωνα έχεις προσανατολίσει / να προσανατολίζεις / να προσανατολίσειςνα έχει προσανατολίσει / να προσανατολίζει / να προσανατολίσεινα έχουμε προσανατολίσει / να προσανατολίζουμε / να προσανατολίσουμενα προσανατολίζετε / να προσανατολίσετενα προσανατολίζουν / να προσανατολίζουνε / να προσανατολίσουν / να προσανατολίσουνε
Προστακτική—προσανατόλιζε / προσανατόλισε——προσανατολίζετε / προσανατολίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

προσανατολίστηκαπροσανατολίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →