προσβολή
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προσβάλλω· η φυσική, λεκτική ή ηθική επίθεση ή βιαιοπραγία ή κτύπημα που έχει σα σκοπό να καταστρέψει, συνήθως: Βικιλεξικό
- κάποιον στρατιωτικό στόχο
- της ηθική και την αξιοπρέπεια
- νομικός όροςαμφισβήτηση της εγκυρότητας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσβολή < αρχαία ελληνική προσβολή < προσβάλλω • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προσβολή | προσβολές |
| Γενική | προσβολής | προσβολών |
| Αιτιατική | προσβολή | προσβολές |
| Κλητική | προσβολή | προσβολές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →