προσβάλλω
•
- επιτίθεμαι Βικιλεξικό
- (για ασθένειες ή μικροργανισμούς που τις προκαλούν)
- επιτίθεμαι λεκτικά σε κάποιον, τον εξυβρίζω ή τον υποτιμώ ή κάνω κάτι και τον θίγω Βικιλεξικό
- οι χαρακτηρισμοί αυτοί με προσβάλλουν, θίγουν την τιμή και την αξιοπρέπειά μου
- Παναγιά μου, με προσβάλλουν, με προσβάλλουν. Ε, πόσο ν' αντέξεις; άνθρωπος είσαι. Γιατί μας γλωσσοτρώς, βρε κωλόγρια; Γιατί μας γλωσσοτρώς συνέχεια; Έτσι μού 'ρθε να της δώσω μια να της χαλάσω το μούτρο. (Σωτήρης Δημητρίου, Μια Μαρίνα Τζάφου, εκδ. Πατάκης, 2023)
- αμφισβητώ τη νομιμότητα ή την εγκυρότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσβάλλω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προσβάλλω :*(όροι ασθένειας και αμφισβήτησης) < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική attaquer :* (όρος λεκτικής επίθεσης) < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική offenser
Άλλοι τύποι
προσέβαλαπροσέβαλλαπροσβάλλομαιπροσβεβλημένοςπροσβλήθηκαπρόσβαλα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →