προσγειώνομαι
•
- για αεροπλάνοσταματώ την πτήση και ακουμπώ το έδαφος Βικιλεξικό
- μεταφορικάχάνω τις ψευδαισθήσεις μου και επανέρχομαι στην πραγματικότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσγειώνομαι < προσγειώνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →