προσηλώνω
•
- συγκεντρώνω το βλέμμα μου ή τις σκέψεις και ενέργειες μου αποκλειστικά σε κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσηλώνω < αρχαία ελληνική προσηλόω / προσηλῶ (καρφώνω) < πρός + ἧλος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προσηλώνω | προσηλώνεις | προσηλώνει | προσηλώνουμε | προσηλώνετε | προσηλώνουν / προσηλώνουνε |
| Παρατατικός | προσήλωνα | προσήλωνες | προσήλωνε | προσηλώναμε | προσηλώνατε | προσήλωναν / προσηλώναν / προσηλώνανε |
| Αόριστος | προσήλωσα | προσήλωσες | προσήλωσε | προσηλώσαμε | προσηλώσατε | προσήλωσαν / προσηλώσαν / προσηλώσανε |
| Μέλλοντας | θα προσηλώνω / θα προσηλώσω | θα προσηλώνεις / θα προσηλώσεις | θα προσηλώνει / θα προσηλώσει | θα προσηλώνουμε / θα προσηλώσουμε | θα προσηλώνετε / θα προσηλώσετε | θα προσηλώνουν / θα προσηλώνουνε / θα προσηλώσουν / θα προσηλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω προσηλώσει | έχεις προσηλώσει | έχει προσηλώσει | έχουμε προσηλώσει | έχετε προσηλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προσηλώσει | είχες προσηλώσει | είχε προσηλώσει | είχαμε προσηλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προσηλώσει / να προσηλώνω / να προσηλώσω | να έχεις προσηλώσει / να προσηλώνεις / να προσηλώσεις | να έχει προσηλώσει / να προσηλώνει / να προσηλώσει | να έχουμε προσηλώσει / να προσηλώνουμε / να προσηλώσουμε | να έχετε προσηλώσει / να προσηλώνετε / να προσηλώσετε | να προσηλώνουν / να προσηλώνουνε / να προσηλώσουν / να προσηλώσουνε |
| Προστακτική | — | προσήλωνε / προσήλωσε | — | — | προσηλώνετε / προσηλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →