προσήλωση
•
- η χωρίς αποκλίσεις σταθερή κατεύθυνση του βλέμματος και της προσοχής σε ένα στόχο Βικιλεξικό
- η επικέντρωση σε συγκεκριμένο σκοπό-στόχο, η αφοσίωση Βικιλεξικό
- δείχνει προσήλωση στο καθήκον του
Ετυμολογία
προσήλωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή προσήλω(σις) + -ση < προσηλόω (καρφώνω) < πρός + ἧλος (καρφί)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προσήλωση | προσηλώσεις |
| Γενική | προσήλωσης | προσηλώσεων |
| Αιτιατική | προσήλωση | προσηλώσεις |
| Κλητική | προσήλωση | προσηλώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →