προσθαφαιρώ
•
- προσθέτω και αφαιρώ, κάνω προσθέσεις και αφαιρέσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσθαφαιρώ < ελληνιστική κοινή προσθαφαιρέω / προσθαφαιρῶ < αρχαία ελληνική προστίθημι + ἀφαιρέω / ἀφαιρῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προσθαφαιρώ | προσθαφαιρείς | προσθαφαιρεί | προσθαφαιρούμε | προσθαφαιρείτε | προσθαφαιρούν / προσθαφαιρούνε |
| Παρατατικός | προσθαφαιρούσα | προσθαφαιρούσες | προσθαφαιρούσε | προσθαφαιρούσαμε | προσθαφαιρούσατε | προσθαφαιρούσαν / προσθαφαιρούσανε |
| Αόριστος | προσθαφαίρησα | προσθαφαίρησες | προσθαφαίρησε | προσθαφαιρήσαμε | προσθαφαιρήσατε | προσθαφαίρησαν / προσθαφαιρήσαν / προσθαφαιρήσανε |
| Μέλλοντας | θα προσθαφαιρήσω / θα προσθαφαιρώ | θα προσθαφαιρήσεις / θα προσθαφαιρείς | θα προσθαφαιρήσει / θα προσθαφαιρεί | θα προσθαφαιρήσουμε / θα προσθαφαιρούμε | θα προσθαφαιρήσετε / θα προσθαφαιρείτε | θα προσθαφαιρήσουν / θα προσθαφαιρήσουνε / θα προσθαφαιρούν / θα προσθαφαιρούνε |
| Παρακείμενος | έχω προσθαφαιρήσει | έχεις προσθαφαιρήσει | έχει προσθαφαιρήσει | έχουμε προσθαφαιρήσει | έχετε προσθαφαιρήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προσθαφαιρήσει | είχες προσθαφαιρήσει | είχε προσθαφαιρήσει | είχαμε προσθαφαιρήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προσθαφαιρήσει / να προσθαφαιρήσω / να προσθαφαιρώ | να έχεις προσθαφαιρήσει / να προσθαφαιρήσεις / να προσθαφαιρείς | να έχει προσθαφαιρήσει / να προσθαφαιρήσει / να προσθαφαιρεί | να έχουμε προσθαφαιρήσει / να προσθαφαιρήσουμε / να προσθαφαιρούμε | να έχετε προσθαφαιρήσει / να προσθαφαιρήσετε / να προσθαφαιρείτε | να προσθαφαιρήσουν / να προσθαφαιρήσουνε / να προσθαφαιρούν / να προσθαφαιρούνε |
| Προστακτική | — | προσθαφαίρει / προσθαφαίρησε | — | — | προσθαφαιρήστε / προσθαφαιρείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →