προσιτός
•
- για πράγματα ή τοποθεσίεςπου μπορεί κάποιος να προσεγγίσει, να πλησιάσει, να μπει Βικιλεξικό
- Ο χώρος δεν είναι προσιτός στους τουρίστες, αλλά μ'ένα μικρό «μπαχτσίσι» όλα γίνονται (Ιωάννης Μ. Χατζηφώτης, Οδοιπορικά της Ρωμιοσύνης, εκδ. Μοντέρνοι Καιροί, 2001, σελ. 19)
- για πρόσωπαπου μπορεί κάποιος να πλησιάσει, να δει, να συναντήσει Βικιλεξικό
- για τιμέςφθηνός Βικιλεξικό
- για κείμενο/βιβλίοαπλός, κατανοητός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσιτός < αρχαία ελληνική προσιτός < πρόσειμι
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσιτός | προσιτή | προσιτό |
| Γενική | προσιτού | προσιτής | προσιτού |
| Αιτιατική | προσιτό | προσιτή | προσιτό |
| Κλητική | προσιτέ | προσιτή | προσιτό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσιτοί | προσιτές | προσιτά |
| Γενική | προσιτών | προσιτών | προσιτών |
| Αιτιατική | προσιτούς | προσιτές | προσιτά |
| Κλητική | προσιτοί | προσιτές | προσιτά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →