προσκολλώμαι
•
- κολλώ πάνω σε κάτι, σταθεροποιούμαι πάνω σε κάτι Βικιλεξικό
- μεταφορικάπροσηλώνομαι σε κάτι, αφοσιώνομαι σε κάποιον ή σε κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσκολλώμαι < → δείτε τη λέξη προσκολλώ
Άλλοι τύποι
προσκολλιέμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →