προσκόλληση
•
- το αποτέλεσμα του προσκολλώ, συγκόλληση ή επικόλληση Βικιλεξικό
- Φαίνεται να αποτελούν το ενδιάμεσο στάδιο της συμβίωσης ορισμένων φυτών με βακτηρίδια, συμβάλλοντας στην προσκόλληση βακτηριδίων στα χόρτα (Legumes) (Χριστίνα Τεσσερομμάτη, Φυτά με φαρμακολογικές ιδιότητες: Σύγχρονες Φυτοθεραπευτικές Δυνατότητες, εκδ. Σπανός-Βιβλιοφιλία, 2016, σελ. 99)
- υπερβολική προσήλωση, εμμονή, υπέρμετρη εξάρτηση Βικιλεξικό
- στρατιωτικός όροςπροσωρινή τοποθέτηση ανδρών σε στρατιωτικό τμήμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσκόλληση < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προσκόλληση | προσκολλήσεις |
| Γενική | προσκόλλησης | προσκολλήσεων |
| Αιτιατική | προσκόλληση | προσκολλήσεις |
| Κλητική | προσκόλληση | προσκολλήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →