Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσκόλληση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το αποτέλεσμα του προσκολλώ, συγκόλληση ή επικόλληση Βικιλεξικό
    • Φαίνεται να αποτελούν το ενδιάμεσο στάδιο της συμβίωσης ορισμένων φυτών με βακτηρίδια, συμβάλλοντας στην προσκόλληση βακτηριδίων στα χόρτα (Legumes) (Χριστίνα Τεσσερομμάτη, Φυτά με φαρμακολογικές ιδιότητες: Σύγχρονες Φυτοθεραπευτικές Δυνατότητες, εκδ. Σπανός-Βιβλιοφιλία, 2016, σελ. 99)
  2. υπερβολική προσήλωση, εμμονή, υπέρμετρη εξάρτηση Βικιλεξικό
  3. στρατιωτικός όροςπροσωρινή τοποθέτηση ανδρών σε στρατιωτικό τμήμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προσκόλληση < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπροσκόλλησηπροσκολλήσεις
Γενικήπροσκόλλησηςπροσκολλήσεων
Αιτιατικήπροσκόλλησηπροσκολλήσεις
Κλητικήπροσκόλλησηπροσκολλήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →