προσοδοφόρος
•
- ο επικερδής, αυτός που φέρνει προσόδους, κέρδος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσοδοφόρος < πρόσοδ(ος) + -ο- + -φόρος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσοδοφόρος | προσοδοφόρα | προσοδοφόρο |
| Γενική | προσοδοφόρου | προσοδοφόρας | προσοδοφόρου |
| Αιτιατική | προσοδοφόρο | προσοδοφόρα | προσοδοφόρο |
| Κλητική | προσοδοφόρε | προσοδοφόρα | προσοδοφόρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσοδοφόροι | προσοδοφόρες | προσοδοφόρα |
| Γενική | προσοδοφόρων | προσοδοφόρων | προσοδοφόρων |
| Αιτιατική | προσοδοφόρους | προσοδοφόρες | προσοδοφόρα |
| Κλητική | προσοδοφόροι | προσοδοφόρες | προσοδοφόρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →