πρόσοδος
•
- οικονομίατο ενοίκιο που εισπράττει ή οποιοδήποτε άλλο εισόδημα προσπορίζεται ο ιδιοκτήτης ενός ακινήτου Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηοποιοδήποτε εισόδημα προκύπτει από την εκμετάλλευση περιουσιακών στοιχείων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρόσοδος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πρόσοδος < πρόσ- + ὁδός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρόσοδος | πρόσοδοι / πρόσοδοι πρόσοδες |
| Γενική | προσόδου | προσόδων |
| Αιτιατική | πρόσοδο | προσόδους / προσόδους πρόσοδες |
| Κλητική | πρόσοδε / πρόσοδε πρόσοδο | πρόσοδοι / πρόσοδοι πρόσοδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →