προσοικειώνω
•
- λόγιοκάνω κάποιον να γνωρίσει κάτι, να αποκτήσει οικειότητα μαζί του Βικιλεξικό
- Πάντως οι Έλληνες προσοικειώθηκαν τον εκλεπτυσμένο πολιτισμό των αυτοχθόνων, και κατά συνέπεια και τους όρους που εξέφραζαν τα πολιτιστικά τους επιτεύγματα: […]
Ετυμολογία
προσοικειώνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή προσοικει(ῶ) (κλίση προσοικειόω) + -ώνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προσοικειώνω | προσοικειώνεις | προσοικειώνει | προσοικειώνουμε | προσοικειώνετε | προσοικειώνουν / προσοικειώνουνε |
| Παρατατικός | προσοικείωνα | προσοικείωνες | προσοικείωνε | προσοικειώναμε | προσοικειώνατε | προσοικείωναν / προσοικειώναν / προσοικειώνανε |
| Αόριστος | προσοικείωσα | προσοικείωσες | προσοικείωσε | προσοικειώσαμε | προσοικειώσατε | προσοικείωσαν / προσοικειώσαν / προσοικειώσανε |
| Μέλλοντας | θα προσοικειώνω / θα προσοικειώσω | θα προσοικειώνεις / θα προσοικειώσεις | θα προσοικειώνει / θα προσοικειώσει | θα προσοικειώνουμε / θα προσοικειώσουμε | θα προσοικειώνετε / θα προσοικειώσετε | θα προσοικειώνουν / θα προσοικειώνουνε / θα προσοικειώσουν / θα προσοικειώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω προσοικειώσει | έχεις προσοικειώσει | έχει προσοικειώσει | έχουμε προσοικειώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προσοικειώσει | είχες προσοικειώσει | είχε προσοικειώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προσοικειώσει / να προσοικειώνω / να προσοικειώσω | να έχεις προσοικειώσει / να προσοικειώνεις / να προσοικειώσεις | να έχει προσοικειώσει / να προσοικειώνει / να προσοικειώσει | να έχουμε προσοικειώσει / να προσοικειώνουμε / να προσοικειώσουμε | να προσοικειώνετε / να προσοικειώσετε | να προσοικειώνουν / να προσοικειώνουνε / να προσοικειώσουν / να προσοικειώσουνε |
| Προστακτική | — | προσοικείωνε / προσοικείωσε | — | — | προσοικειώνετε / προσοικειώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
προσοικειώθηκαπροσοικειώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →