προσοφθάλμιος
•
- ιδίως στηνπου είναι στραμμένος προς το μάτι του παρατηρητή Βικιλεξικό
- προσοφθάλμιος φακός
- που προσαρμόζεται μπροστά από το μάτι Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοπροσοφθάλμιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσοφθάλμιος < προσ- + οφθαλμ(ός) + -ιος, (απόδοση) γαλλική oculaire
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσοφθάλμιος | προσοφθάλμια / προσοφθάλμιος | προσοφθάλμιο |
| Γενική | προσοφθάλμιου / προσοφθαλμίου | προσοφθάλμιας / προσοφθαλμίου | προσοφθάλμιου / προσοφθαλμίου |
| Αιτιατική | προσοφθάλμιο | προσοφθάλμια / προσοφθάλμιο | προσοφθάλμιο |
| Κλητική | προσοφθάλμιε | προσοφθάλμια / προσοφθάλμιε | προσοφθάλμιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσοφθάλμιοι | προσοφθάλμιες / προσοφθάλμιοι | προσοφθάλμια |
| Γενική | προσοφθάλμιων / προσοφθαλμίων | προσοφθάλμιων / προσοφθαλμίων | προσοφθάλμιων / προσοφθαλμίων |
| Αιτιατική | προσοφθάλμιους / προσοφθαλμίους | προσοφθάλμιες / προσοφθαλμίους | προσοφθάλμια |
| Κλητική | προσοφθάλμιοι | προσοφθάλμιες / προσοφθάλμιοι | προσοφθάλμια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →