προσροφώ
•
- φυσικήέχω την ιδιότητα να δεσμεύω στην επιφάνειά μου κάποια άλλη ουσία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσροφώ < προσ- + ροφώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προσροφάω / προσροφώ | προσροφάς | προσροφά / προσροφάει | προσροφάμε / προσροφούμε | προσροφάτε | προσροφάν / προσροφάνε / προσροφούν / προσροφούνε |
| Παρατατικός | προσροφούσα | προσροφούσες | προσροφούσε | προσροφούσαμε | προσροφούσατε | προσροφούσαν / προσροφούσανε |
| Αόριστος | προσρόφησα | προσρόφησες | προσρόφησε | προσροφήσαμε | προσροφήσατε | προσροφήσαν / προσροφήσανε / προσρόφησαν |
| Μέλλοντας | θα προσροφάω / θα προσροφήσω / θα προσροφώ | θα προσροφάς / θα προσροφήσεις | θα προσροφά / θα προσροφάει / θα προσροφήσει | θα προσροφάμε / θα προσροφήσουμε / θα προσροφούμε | θα προσροφάτε / θα προσροφήσετε | θα προσροφάν / θα προσροφάνε / θα προσροφήσουν / θα προσροφήσουνε / θα προσροφούν / θα προσροφούνε |
| Παρακείμενος | έχω προσροφήσει | έχεις προσροφήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προσροφήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προσροφήσει / να προσροφάω / να προσροφήσω / να προσροφώ | να έχεις προσροφήσει / να προσροφάς / να προσροφήσεις | να προσροφά / να προσροφάει / να προσροφήσει | να προσροφάμε / να προσροφήσουμε / να προσροφούμε | να προσροφάτε / να προσροφήσετε | να προσροφάν / να προσροφάνε / να προσροφήσουν / να προσροφήσουνε / να προσροφούν / να προσροφούνε |
| Προστακτική | — | προσρόφα / προσρόφαγε / προσρόφησε | — | — | προσροφάτε / προσροφήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →