προσρόφηση
•
- φυσικήη ιδιότητα κάποιοων χημικών ουσιών να δεσμεύουν στην επιφάνειά τους κάποια άλλη ουσία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσρόφηση < προσροφώ, προσροφη- + -σις > -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προσρόφηση | προσροφήσεις |
| Γενική | προσρόφησης | προσροφήσεων |
| Αιτιατική | προσρόφηση | προσροφήσεις |
| Κλητική | προσρόφηση | προσροφήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →