προστατευτισμός
•
- οικονομίαοικονομική πολιτική που επιδιώκει την προστασία της εγχώριας οικονομίας μέσω της επιβολής τελωνειακών δασμών ή περιορισμών στις εισαγωγές, υπερφορολόγησης των ξένων προϊόντων κ.λπ., με στόχο να προστατευθούν οι εγχώριες επιχειρήσεις από τον ανταγωνισμό των ξένων προϊόντων ή υπηρεσιών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προστατευτισμός < προστατευτικός + -ισμός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική protectionnisme )
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προστατευτισμός | προστατευτισμοί |
| Γενική | προστατευτισμού | προστατευτισμών |
| Αιτιατική | προστατευτισμό | προστατευτισμούς |
| Κλητική | προστατευτισμέ | προστατευτισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →