προστατεύω
•
- παρέχω προστασία, φυλάω κάποιον από κάτι κακό ή από το ενδεχόμενο να απειληθεί, φροντίζω για την ασφάλεια κάποιου, προφυλάσσω κάποιον από τυχόν κινδύνους Βικιλεξικό
- προστατεύω τα παιδιά, το σπίτι μου, την υγεία μου, τα δάση, το περιβάλλον
- Το κράτος πρέπει να προστατεύει τους πολίτες, τις καλές τέχνες, τα εγχώρια προϊόντα, τον εργαζόμενο, τις ελευθερίες.
- Τα τείχη προστάτευαν τις αρχαίες πόλεις.
- Η τέντα προστατεύει από τον ήλιο.
- παράνομα και παρασκηνιακά υποστηρίζω κάποιον Βικιλεξικό
- Ποιοι προστατεύουν όσους προκαλούν συστηματικά προβοκάτσιες στις διαδηλώσεις;
Ετυμολογία
προστατεύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προστατεύω (ελληνιστική σημασία: είμαι φύλακας, αρχαία σημασία: είμαι ηγέτης) < προστάτης → δείτε τις λέξεις πρό και ἵσταμαι (θέμα στα-) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική protéger
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προστατεύω | προστατεύεις | προστατεύει | προστατεύουμε | προστατεύετε | προστατεύουν / προστατεύουνε |
| Παρατατικός | προστάτευα | προστάτευες | προστάτευε | προστατεύαμε | προστατεύατε | προστάτευαν / προστατεύαν / προστατεύανε |
| Αόριστος | προστάτευσα | προστάτευσες | προστάτευσε | προστατεύσαμε | προστατεύσατε | προστάτευσαν / προστατεύσαν / προστατεύσανε |
| Μέλλοντας | θα προστατεύσω / θα προστατεύω | θα προστατεύεις / θα προστατεύσεις | θα προστατεύει / θα προστατεύσει | θα προστατεύουμε / θα προστατεύσουμε | θα προστατεύετε / θα προστατεύσετε | θα προστατεύουν / θα προστατεύουνε / θα προστατεύσουν / θα προστατεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω προστατεύσει | έχεις προστατεύσει | έχει προστατεύσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προστατεύσει | είχες προστατεύσει | είχε προστατεύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προστατεύσει / να προστατεύσω / να προστατεύω | να έχεις προστατεύσει / να προστατεύεις / να προστατεύσεις | να έχει προστατεύσει / να προστατεύει / να προστατεύσει | να προστατεύουμε / να προστατεύσουμε | να προστατεύετε / να προστατεύσετε | να προστατεύουν / να προστατεύουνε / να προστατεύσουν / να προστατεύσουνε |
| Προστακτική | — | έχε προστατευμένο / προστάτευε / προστάτευσε | — | — | προστατεύετε / προστατεύστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
προστατεύτηκαπροστατεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →