προσυμφωνημένος
•
- που τον έχουν προσυμφωνήσει Βικιλεξικό
- Προσυμφωνημένη συναλλαγή για υλοποίηση πώλησης μετοχομεριδίου της εταιρείας σε στρατηγικό επενδυτή.
- για αγώναπου έχουν προσυμφωνήσει το αποτέλεσμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσυμφωνημένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προσυμφωνώ
Άλλοι τύποι
προσυμφωνημέναπροσυμφωνημένεπροσυμφωνημένεςπροσυμφωνημένηπροσυμφωνημένηςπροσυμφωνημένοπροσυμφωνημένοιπροσυμφωνημένοςπροσυμφωνημένουπροσυμφωνημένουςπροσυμφωνημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →