στημένος
•
- που τον έχουν στήσει Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου τον έχουν στήσει Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου είναι προσυμφωνημένος, σικέ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στημένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος στήνω
Άλλοι τύποι
στημέναστημένεστημένεςστημένηστημένηςστημένοστημένοιστημένοςστημένουστημένουςστημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →