προσυμφωνώ
•
- συμφωνώ εκ των προτέρων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσυμφωνώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή προσυμφωνῶ, συνηρημένος τύπος του προσυμφωνέω (εναρμονίζω εκ των προτέρων). Μορφολογικά αναλύεται σε προ- + συμφωνώ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προσυμφωνώ | προσυμφωνείς | προσυμφωνεί | προσυμφωνούμε | προσυμφωνείτε | προσυμφωνούν / προσυμφωνούνε |
| Παρατατικός | προσυμφωνούσα | προσυμφωνούσες | προσυμφωνούσε | προσυμφωνούσαμε | προσυμφωνούσατε | προσυμφωνούσαν / προσυμφωνούσανε |
| Αόριστος | προσυμφώνησα | προσυμφώνησες | προσυμφώνησε | προσυμφωνήσαμε | προσυμφωνήσατε | προσυμφωνήσαν / προσυμφωνήσανε / προσυμφώνησαν |
| Μέλλοντας | θα προσυμφωνήσω / θα προσυμφωνώ | θα προσυμφωνήσεις / θα προσυμφωνείς | θα προσυμφωνήσει / θα προσυμφωνεί | θα προσυμφωνήσουμε / θα προσυμφωνούμε | θα προσυμφωνήσετε / θα προσυμφωνείτε | θα προσυμφωνήσουν / θα προσυμφωνήσουνε / θα προσυμφωνούν / θα προσυμφωνούνε |
| Παρακείμενος | έχω προσυμφωνήσει | έχεις προσυμφωνήσει | έχει προσυμφωνήσει | έχουμε προσυμφωνήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προσυμφωνήσει | είχες προσυμφωνήσει | είχε προσυμφωνήσει | είχαμε προσυμφωνήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προσυμφωνήσει / να προσυμφωνήσω / να προσυμφωνώ | να έχεις προσυμφωνήσει / να προσυμφωνήσεις / να προσυμφωνείς | να έχει προσυμφωνήσει / να προσυμφωνήσει / να προσυμφωνεί | να έχουμε προσυμφωνήσει / να προσυμφωνήσουμε / να προσυμφωνούμε | να προσυμφωνήσετε / να προσυμφωνείτε | να προσυμφωνήσουν / να προσυμφωνήσουνε / να προσυμφωνούν / να προσυμφωνούνε |
| Προστακτική | — | προσυμφώνησε | — | — | προσυμφωνήστε / προσυμφωνείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
προσυμφωνήθηκαπροσυμφωνούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →