Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσυμφωνώ

/pɾo.siɱ.foˈno/ρήμα
•
  1. συμφωνώ εκ των προτέρων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προσυμφωνώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή προσυμφωνῶ, συνηρημένος τύπος του προσυμφωνέω (εναρμονίζω εκ των προτέρων). Μορφολογικά αναλύεται σε προ- + συμφωνώ

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπροσυμφωνώπροσυμφωνείςπροσυμφωνείπροσυμφωνούμεπροσυμφωνείτεπροσυμφωνούν / προσυμφωνούνε
Παρατατικόςπροσυμφωνούσαπροσυμφωνούσεςπροσυμφωνούσεπροσυμφωνούσαμεπροσυμφωνούσατεπροσυμφωνούσαν / προσυμφωνούσανε
Αόριστοςπροσυμφώνησαπροσυμφώνησεςπροσυμφώνησεπροσυμφωνήσαμεπροσυμφωνήσατεπροσυμφωνήσαν / προσυμφωνήσανε / προσυμφώνησαν
Μέλλονταςθα προσυμφωνήσω / θα προσυμφωνώθα προσυμφωνήσεις / θα προσυμφωνείςθα προσυμφωνήσει / θα προσυμφωνείθα προσυμφωνήσουμε / θα προσυμφωνούμεθα προσυμφωνήσετε / θα προσυμφωνείτεθα προσυμφωνήσουν / θα προσυμφωνήσουνε / θα προσυμφωνούν / θα προσυμφωνούνε
Παρακείμενοςέχω προσυμφωνήσειέχεις προσυμφωνήσειέχει προσυμφωνήσειέχουμε προσυμφωνήσει——
Υπερσυντέλικοςείχα προσυμφωνήσειείχες προσυμφωνήσειείχε προσυμφωνήσειείχαμε προσυμφωνήσει——
Υποτακτικήνα έχω προσυμφωνήσει / να προσυμφωνήσω / να προσυμφωνώνα έχεις προσυμφωνήσει / να προσυμφωνήσεις / να προσυμφωνείςνα έχει προσυμφωνήσει / να προσυμφωνήσει / να προσυμφωνείνα έχουμε προσυμφωνήσει / να προσυμφωνήσουμε / να προσυμφωνούμενα προσυμφωνήσετε / να προσυμφωνείτενα προσυμφωνήσουν / να προσυμφωνήσουνε / να προσυμφωνούν / να προσυμφωνούνε
Προστακτική—προσυμφώνησε——προσυμφωνήστε / προσυμφωνείτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

προσυμφωνήθηκαπροσυμφωνούμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →