Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσυνεννόηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η εκ των προτέρων συνεννόηση Βικιλεξικό
    • Η χρήση του εργαστηρίου πληροφορικής στο οποίο υλοποιούνται τα περισσότερα σενάρια προϋποθέτει προσυνεννόηση του εκπαιδευτικού με τον καθηγητή Πληροφορικής και τους υπόλοιπους συναδέλφους του. (*)

Ετυμολογία

προσυνεννόηση < προ- + συνεννόηση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπροσυνεννόησηπροσυνεννοήσεις
Γενικήπροσυνεννόησηςπροσυνεννοήσεων
Αιτιατικήπροσυνεννόησηπροσυνεννοήσεις
Κλητικήπροσυνεννόησηπροσυνεννοήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →