συνεννόηση
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού συνεννοούμαι Βικιλεξικό
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού συνεννοούμαι Βικιλεξικό
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού συνεννοούμαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνεννόηση < συνεννοούμαι + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συνεννόηση | συνεννοήσεις |
| Γενική | συνεννόησης | συνεννοήσεων |
| Αιτιατική | συνεννόηση | συνεννοήσεις |
| Κλητική | συνεννόηση | συνεννοήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →