προσφυγή
•
- η ενέργεια του προσφεύγω, η αναζήτηση διεξόδου σε κάποιο πρόβλημα Βικιλεξικό
- η προσφυγή στις κάλπες
- η αίτηση σε επίσημη αρχή για την επανεξέταση ενός θέματος Βικιλεξικό
- η προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο
Ετυμολογία
προσφυγή < ελληνιστική < προσφεύγω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προσφυγή | προσφυγές |
| Γενική | προσφυγής | προσφυγών |
| Αιτιατική | προσφυγή | προσφυγές |
| Κλητική | προσφυγή | προσφυγές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →