προσφεύγω
•
- ζητώ ή επικαλούμαι τη βοήθεια ή την παρέμβαση κάποιου (ατόμου, αρμόδιας αρχής κ.λπ) Βικιλεξικό
- νομικός όροςκάνω προσφυγή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσφεύγω < (ελληνιστική κοινή) < πρός + αρχαία ελληνική φεύγω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προσφεύγω | προσφεύγεις | προσφεύγει | προσφεύγουμε | προσφεύγετε | προσφεύγουν / προσφεύγουνε |
| Παρατατικός | προσέφευγα | προσέφευγες | προσέφευγε | προσφεύγαμε | προσφεύγατε | προσέφευγαν / προσφεύγαν / προσφεύγανε |
| Αόριστος | προσέφυγα | προσέφυγες | προσέφυγε | προσφύγαμε | προσφύγατε | προσέφυγαν / προσφύγαν / προσφύγανε |
| Μέλλοντας | θα προσφεύγω / θα προσφύγω | θα προσφεύγεις / θα προσφύγεις | θα προσφεύγει / θα προσφύγει | θα προσφεύγουμε / θα προσφύγουμε | θα προσφεύγετε / θα προσφύγετε | θα προσφεύγουν / θα προσφεύγουνε / θα προσφύγουν / θα προσφύγουνε |
| Παρακείμενος | έχω προσφύγει | έχεις προσφύγει | έχει προσφύγει | έχουμε προσφύγει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προσφύγει | είχες προσφύγει | είχε προσφύγει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προσφύγει / να προσφεύγω / να προσφύγω | να έχεις προσφύγει / να προσφεύγεις / να προσφύγεις | να έχει προσφύγει / να προσφεύγει / να προσφύγει | να έχουμε προσφύγει / να προσφεύγουμε / να προσφύγουμε | να προσφεύγετε / να προσφύγετε | να προσφεύγουν / να προσφεύγουνε / να προσφύγουν / να προσφύγουνε |
| Προστακτική | — | πρόσφευγε / πρόσφυγε | — | — | προσφεύγετε / προσφύγτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →