προσφυγούπολη
•
- η πόλη ή ο οικισμός που δημιουργήθηκε από πρόσφυγες Βικιλεξικό
- Είχε γεννηθεί στη Νέα Φιλαδέλφεια, μια προσφυγούπολη που αναπτυσσόταν ραγδαία και αποκτούσε τα χαρακτηριστικά των συνοικιών της πρωτεύουσας.
Ετυμολογία
προσφυγούπολη < πρόσφυγ(ας) + -ούπολη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προσφυγούπολη | προσφυγουπόλεις |
| Γενική | προσφυγούπολης | προσφυγουπόλεων |
| Αιτιατική | προσφυγούπολη | προσφυγουπόλεις |
| Κλητική | προσφυγούπολη | προσφυγουπόλεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →