Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρόσφυγας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που αναγκαστικά εγκαταλείπει τον τόπο μόνιμης διαμονής και κατοικίας και για διάφορους λόγους προσφεύγει ή καταφεύγει σε γειτονική χώρα Βικιλεξικό
    • Ανοίγεις πραγματικά την ψυχή σου στο κοινό; Κι αν ναι, αισθάνεσαι πραγματικά αυτοεξόριστος, πρόσφυγας στην ίδια σου τη χώρα; Την αποκαλείς Χώρα της Φαιδράς Πορτοκαλέας, Νεοελληνιστάν και τόσα άλλα. Τι σ ' έκανε να στραφείς τόσο έντονα εναντίον της; Δεν είσαι κι εσύ, άραγε, ένας εκπρόσωπος όσων καταγγέλεις; (Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Η υψηλή τέχνη της αποτυχίας, εκδόσεις Ίκαρος, 2012, σελ. 1976)

Ετυμολογία

πρόσφυγας < (ελληνιστική κοινή) πρόσφυξ < προσφεύγω < πρός + αρχαία ελληνική φεύγω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπρόσφυγαςπρόσφυγες
Γενικήπρόσφυγαπροσφύγων
Αιτιατικήπρόσφυγαπρόσφυγες
Κλητικήπρόσφυγαπρόσφυγες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →